σιγαλέος

-α, -ον, ΜΑ
σιωπηλός, ήσυχος.
επίρρ...
σιγαλέως Α
σιωπηλώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιγή + επίθημα -αλέος (πρβλ. ταρβ-αλέος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγαλέος — σῑγαλέος , σιγαλέος silent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέαι — σῑγαλέαι , σιγαλέος silent fem nom/voc pl σῑγαλέᾱͅ , σιγαλέος silent fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέαις — σῑγαλέαις , σιγαλέος silent fem dat pl σῑγαλέᾱͅς , σιγαλέος silent fem dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέον — σῑγαλέον , σιγαλέος silent masc acc sg σῑγαλέον , σιγαλέος silent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέη — σῑγαλέη , σιγαλέος silent fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέην — σῑγαλέην , σιγαλέος silent fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέης — σῑγαλέης , σιγαλέος silent fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέοις — σῑγαλέοις , σιγαλέος silent masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέοισιν — σῑγαλέοισιν , σιγαλέος silent masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγαλέωι — σῑγαλέῳ , σιγαλέος silent masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.